Μεταδόθηκε
20 Μαρτίου
1960
Πηγή: «Κείμενα»,
Σύγχρονη
Εποχή 1988
Μετάφραση:
Χρ.
Πάντζου
HTML
μορφοποίηση: Mike B.
Αρχίζοντας μια ομιλία σαν κι αυτήν, απευθύνω, φυσικά, το χαιρετισμό μου σε όλους τους ακροατές της Κούβας, υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα, τη σημασία αυτής της λαϊκής διαπαιδαγώγησης, που αφορά άμεσα όλες τις μάζες των εργατών μας, αλλά και των αγροτών μας. Με την ομιλία μου επιδιώκω να εξηγήσω τις αλήθειες της επανάστασης, απογυμνώνοντας την απ’ όλα τα υποκατάστατα μιας γλώσσας που κατασκευάστηκε ειδικά για να αποκρυφτεί η αλήθεια.
Έχω την τιμή να εγκαινιάζω τον κύκλο των ομιλιών. Κανονικά αυτό θα ’πρεπε να γίνει από τον σύντροφο Ραούλ Κάστρο, αλλά επειδή πρόκειται για οικονομικά θέματα, μου ανέθεσε να μιλήσω εγώ στη θέση του. Εμείς που είμαστε οι στρατιώτες της επανάστασης άμεσα εκτελούμε έργα που το καθήκον μας επιβάλλει και συχνά είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε στην εκτέλεση ορισμένων, για τα οποία, το ολιγότερο που μπορώ να πω είναι, πως δεν έχουμε την ιδανική κατάρτιση. Μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι και η σημερινή: Οφείλω να εξηγήσω με απλές λέξεις και με κατανοητές για όλους ιδέες, την τεραστία σημασία του θέματος της πολιτικής εξουσίας και της οικονομικής ανεξαρτησίας. Πρέπει επίσης να τους ξεκαθαρίσω, γιατί αυτοί οι δυο στόχοι είναι πολύ στενά συνδεδεμένοι. Ο ένας μπορεί κάποτε να προηγείται του αλλού, όπως συνέβη μια ορισμένη στιγμή στην Κούβα, αλλά κανονικά πηγαίνουν πάντα ζευγαρωμένοι και πρέπει να συναντηθούν, είτε θετικά όπως στην Κούβα που, αφού επέτυχε την πολιτική της ανεξαρτησία, αφιερώνεται αμέσως στο να επιτύχει και την οικονομική, είτε αρνητικά στην περίπτωση των χωρών που επιτυγχάνουν την πολιτική τους ανεξαρτησία ή αποβλέπουν σ’ αυτήν και που στην αδυναμία τους να εξασφαλίσουν την οικονομική τους ανεξαρτησία, αφήνουν την πολιτική τους ανεξαρτησία να αδυνατίσει, μέχρι που την χάνουν ολοκληρωτικά. Το επαναστατικό μας καθήκον, σήμερα, δεν πρέπει να ασχολείται μόνον με το φορτωμένο από απειλές παρόν μας. Πρέπει να σκεφτόμαστε επίσης και το μέλλον.
Το σύνθημα μας τούτη την ώρα πρέπει να είναι ο προγραμματισμός. Ο συνειδητός και έξυπνος προγραμματισμός όλων των προβλημάτων που θα τεθούν για την Κούβα στο μέλλον. Δεν πρέπει να αποβλέπουμε αποκλειστικά στην απάντηση, στην αντεπίθεση μιας άμεσης ίσως επίθεσης: οφείλουμε να κάνουμε μια γερή προσπάθεια προκείμενου να επεξεργαστούμε ένα σχέδιο που θα μας επιτρέψει να προβλέψουμε το μέλλον. Οι άνθρωποι της επανάστασης πρέπει να εκπληρώσουν τον προορισμό τους απόλυτα συνειδητά. Αλλά δεν αρκεί να γίνει αυτό μόνο από κείνους που έκαναν την Επανάσταση. Ολόκληρος ο λαός της Κούβας πρέπει να καταλάβει απόλυτα ποιες είναι όλες οι επαναστατικές αρχές και να ξέρει πως πέρα από τούτο το παρόν, για το οποίο ορισμένοι αμφιβάλλουν, ένα ευτυχισμένο κι ένδοξο μέλλον μας περιμένει. Στην πραγματικότητα είμαστε μεις που βάλαμε την πρώτη πέτρα της ελευθέριας στην Αμερική, γι’ αυτό κι ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι τόσο σημαντικό: όλοι, όσοι έχουν ένα μήνυμα, πρέπει να το γνωστοποιήσουν. Το ’χουμε ξαναπεί: Κάθε φορά που ο πρωθυπουργός μας εμφανίζεται στην Τηλεόραση μας δίνει ένα μεγαλειώδες μάθημα, που μόνον ένας παιδαγωγός της ποιότητας του μπορεί να δώσει. Αλλά και γι’ αυτή την περίπτωση έχουμε προγραμματίσει την εκπαίδευση μας και θέλουμε να την χωρίσουμε σε ειδικά θέματα και να μην αρκούμαστε μόνο σε απαντήσεις συνεντεύξεων. Και τώρα ας έλθουμε στο θέμα μας που αφορά, όπως λίγο πριν είπαμε, την πολιτική εξουσία και την οικονομική ανεξαρτησία.
Πριν μιλήσουμε για τις προσπάθειες που πραγματοποιεί η Επανάσταση αυτή τη στιγμή, προκείμενου αυτοί οι δυο στόχοι να γίνουν πραγματικότητα, θα εξηγήσω για σας τούτες τις δυο έννοιες που πρέπει πάντα να συμπορεύονται. Οι ορισμοί δεν είναι ποτέ ικανοποιητικοί. Αποβλέπουν πάντα να παγώσουν τους στόχους και να τους νεκρώσουν, αλλά πρέπει να δώσουμε τουλάχιστον μια γενική ιδέα αυτών των δυο δίδυμων στόχων. Μερικοί δεν καταλαβαίνουν (ή δεν θέλουν να καταλάβουν, που κάνει το ίδιο) σε τι συνίσταται η εξουσία, και πανικοβάλλονται, όταν παραδείγματος χάριν η χώρα μας υπογράφει μια συμφωνία (στην οποία, εν παρένθεση, είχα την τιμή να συμμετέχω) όπως η εμπορική συμφωνία με την Σοβιετική Ένωση. Ο αγώνας για την εξουσία έχει προηγούμενα στην ιστορία της Αμερικής. Για να μην πάμε πολύ μακριά, αυτές τις μέρες, δυο μέρες πριν για την ακρίβεια, ήταν η επέτειος της απαλλοτρίωσης των εταιριών πετρελαίων του Μεξικού, από την κυβέρνηση του Λάζαρο Καρντενα. Εμείς, οι νέοι, ήμασταν τότε παιδια. Πάνε είκοσι χρόνια από τότε και δεν μπορούμε να διανοηθούμε τι πλήγμα ήταν, ένα παρόμοιο πλήγμα με το τωρινό, για την Αμερική. Πάντως οι όροι και οι μομφές ήταν οι ίδιες με κείνες που η Κούβα θα υποστεί σήμερα, ίδιες με κείνες που υπέστη η Γουατεμάλα πριν λίγο καιρό και που την έζησα προσωπικά. Είναι οι ίδιες που πρέπει να υποστούν στο μέλλον όλες οι χώρες που θα βαδίσουν αποφασιστικά σ’ αυτό το δρόμο της λευτεριάς. Μπορούμε να πούμε σήμερα, σχεδόν χωρίς υπερβολή, ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις του Τύπου και οι εκπρόσωποι των Ην. Πολιτειών δίνουν τον τόνο της σημασίας και της εντιμότητας μιας ιθύνουσας χώρας. Αρκεί ν’ αντιστρέψουμε τους όρους. Όσο περισσότερο βάλλεται ένας πρωτοπόρος, τόσο καλύτερος είναι χωρίς αμφιβολία. Κι έχουμε σήμερα το προνόμιο να είμαστε η χώρα και η κυβέρνηση που μας χτυπούν αμείλικτα. Αυτό το ρεκόρ δεν περιορίζεται στο παρόν. Μπορούμε να πούμε πως είμαστε οι πλέον βαλλόμενοι στην ιστορία της Αμερικής, περισσότερο και από τη Γουατεμάλα, ίσως ακόμη και από το Μεξικό του ’38 ή του ’36, όταν ο στρατηγός Καρντένα διέταξε την εθνικοποίηση. Την εποχή εκείνη το πετρέλαιο έπαιζε σημαντικό ρόλο: Η ζάχαρη σήμερα παίζει τον ίδιο ρόλο σε μας: μιας μονοκαλλιέργειας προορισμένης για μια μοναδική αγορά.
«Όχι χώρες χωρίς ζάχαρη» ουρλιάζουν οι εκπρόσωποι της αντίδρασης. Και πιστεύουν πως αν η αγορά διακόψει και δεν αγοράζει τη ζάχαρη μας θα καταρρεύσουμε τελείως. Λες κι αυτή η αγορά που αγοράζει τη ζάχαρη μας το ’κάνε μόνο και μόνο από την έγνοια της να μας βοηθήσει. Για αιώνες οι ιδιοκτήτες των σκλάβων κρατούσαν στα χέρια τους την πολιτική δύναμη και μετά απ’ αυτούς οι φεουδάρχες. Και για να διευκολύνονται οι πόλεμοι κατά των έχθρων και κατά των επαναστάσεων των καταπιεσμένων, μεταβίβαζαν τα προνομία τους σ’ έναν απ’ αυτούς, αυτόν που τους ενσάρκωνε όλους, τον πιο αποφασισμένο, τον πιο σκληρό μάλιστα, που γινόταν ο βασιλιάς, κυρίαρχος και δεσπότης, που επέβαλε βαθμιαία τη θέληση του στη διάρκεια ιστορικών περιόδων, ωσότου την έφτανε στο απόλυτο.
Δεν θα ανατρέξουμε φυσικά σ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία και εξ αλλου ο καιρός των βασιλιάδων είναι αμετάκλητα τελειωμένος. Δεν μένουν παρά λίγα δείγματα στην Ευρώπη. Ο Φουλγκενσιο Μπατιστα δεν διανοήθηκε ποτέ να βαφτιστεί σε Φουλγκένσιο τον 1ο, αρκούσε να τον αναγνωρίσει σαν πρόεδρο κάποιος ισχυρός γείτονας και οι αξιωματικοί του στρατου, οι αφεντάδες δηλαδή των φυσικών δυνάμεων, των υλικών δυνάμεων, των εργαλείων του θανάτου, να τον σεβαστούν και να τον υποστηρίξουν σαν τον πιο δυνατό ανάμεσα τους, αναγνωρίζοντας τον σαν τον πιο σκληρό και σαν τον καλύτερα προστατευόμενο από τους ξένους φίλους.
Τώρα υπάρχουν βασιλιάδες χωρίς στέμματα: είναι τα μονοπώλια, αληθινοί αφέντες ολόκληρων χωρών, ακόμα και ηπείρων, σαν την περίπτωση της Αφρικής, ενός γερου τμήματος της Ασίας και δυστυχώς επίσης της Αμερικής μας. Κατά καιρούς προσπάθησαν να κυριαρχήσουν στον κόσμο. Όπως ο Χίτλερ, ο εκπρόσωπος των μεγάλων γερμανικών μονοπωλίων, που προσπάθησε να επιβάλει την ιδέα της ανωτερότητας μιας φυλής στον κόσμο, με έναν πόλεμο που στοίχισε τη ζωή 40 εκατομμυρίων ανθρώπινων υπάρξεων. Η σημασία των μεγάλων μονοπωλίων είναι τεραστία. Σε σημείο που να εξουδετερώνει την πολιτική ισχύ σε πολλές από τις δημοκρατίες μας. Πριν μερικά χρόνια διάβαζα ένα δοκίμιο του Παπινι, όπου ο ήρωας του, ο Γκογκ, αγοράζει μια δημοκρατία και λέει πως σκέπτεται να έχει πρόεδρο, βουλή, στρατο και αισθάνεται άρχοντας, ενώ στην πραγματικότητα έχει αγοράσει το αρχοντιλικι. Αυτή η καρικατούρα είναι απόλυτα ακριβής: υπάρχουν δημοκρατίες που έχουν όλα τα τυπικά στοιχεία για να είναι τέτοιες και που στην πραγματικότητα εξαρτώνται από την θέληση της πανταχού παρούσας Εταιρίας Φρούτων, από την Στάνταρτ Όιλ ή από ένα μονοπώλιο πετρελαίων κι άλλες πάλι από τον βασιλιά του κασσίτερου ή από τους μεγαλέμπορους των καφέδων (και δεν δίνω ’δω παρά αμερικανικά παραδείγματα, για να μη μιλήσουμε για την Αφρική ή την Ασία). Με αλλά λόγια η πολιτική κυριαρχία είναι ένας όρος που δεν πρέπει να προσπαθούμε να εξηγήσουμε με επιφανειακούς ορισμούς. Πρέπει να εμβαθύνουμε περισσότερο και να ερευνούμε τις ρίζες. Όλες οι συνθήκες, όλοι οι κώδικες των νομών επιβεβαιώνουν ότι η εθνική πολιτική κυριαρχία είναι μια ιδέα αδιαχώριστη από την έννοια του κυρίαρχου Κράτους, του μοντέρνου Κράτους. Αν δεν συνέβαινε αυτό, ορισμένες δυνάμεις δεν θα αισθάνονταν την υποχρέωση να αποκαλούν τις αποικίες τους ελευθέρα συνεταιρικά Κράτη προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να καμουφλάρουν την αποικιοποιηση με άλλους όρους. Το εσωτερικό καθεστώς του κάθε λαού που του επιτρέπει να εξασκεί την εξουσία του περισσότερο ή λιγότερο απόλυτα, είναι ένα θέμα που πρέπει να ρυθμίζεται απ’ αυτόν τον ίδιο το λαό. Αλλά εθνική κυριαρχία, κατ’ αρχήν, εξασφαλίζει σε μια χώρα το δικαίωμα να αρνείται οποιαδήποτε επέμβαση που θέτει σε κίνδυνο την ύπαρξη της, καθώς και το δικαίωμα να διαλέγει τον τρόπο της διακυβέρνησης που της ταιριάζει καλύτερα. Αυτό εξαρτάται από τη θέληση της και ο λαός της είναι ο μόνος που μπορεί ν’ αποφασίσει αν μια κυβέρνηση πρέπει ή όχι να αλλάξει. Άρα όλες αυτές οι αρχές περί πολιτικής και εθνικής ισχύος δεν είναι παρά κούφια λόγια, όταν δεν συνοδεύονται από οικονομική ανεξαρτησία.
Είπαμε στην αρχή ότι η πολιτική κυριαρχία και οικονομική ανεξαρτησία συμβαδίζουν. Μια χώρα που δεν έχει δική της οικονομία και στην οποία εισβάλλουν ξένα κεφαλαία δεν μπορεί να ξεφύγει από την κηδεμονία της χώρας απ’ όπου εξαρτάται. Και επί πλέον δεν μπορεί να επιβάλει τη θέληση της, αν βρεθεί σε αντίθεση με τα συμφέροντα της χώρας που την εξουσιάζει οικονομικά. Αυτό δεν είναι ακόμη πολύ ξεκάθαρο για τους Κουβανέζους και πρέπει να επιμείνω κι άλλο στο θέμα. Οι βάσεις της πολιτικής κυριαρχίας που θεμελιώσαμε την 1η του Γενάρη του 1959 δεν θα σταθεροποιηθούν απόλυτα παρά μόνον όταν θα έχουμε επιτύχει μιαν απόλυτη οικονομική ανεξαρτησία. Και μπορούμε να πούμε πως βρισκόμαστε σε καλό δρόμο, αν κάθε μέρα λαμβάνουμε κι ένα μέτρο που εξασφαλίζει την οικονομική μας ανεξαρτησία. Αν τα κυβερνητικά μέτρα διακόψουν αυτή την πρόοδο ή κάνουν έστω κι ένα βήμα προς τα πίσω, όλα χάνονται και ξαναγυρίζουμε αμετάκλητα στο σύστημα της αποικιοποιησης λίγο πολύ συγκαλυμμένα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας και της κάθε κοινωνικής στιγμής.
Είναι πια πολύ δύσκολο να πνίξεις την πολιτική εξουσία μιας χώρας με την καθαρή και απροσχημάτιστη βία. Τα δυο τελευταία παραδείγματα είναι η απάνθρωπη και συμφωνημένη επίθεση των Γάλλων αποικιοκρατών στο Πορτ-Σαιντ της Αιγύπτου και η απόβαση των βόρειο-αμερικανικών στρατευμάτων στο Λίβανο. Πάντως οι Ην. Πολιτείες δεν στέλνουν πια το ναυτικό τους τόσο ατιμωρητί όσο άλλοτε και είναι πολύ πιο εύκολο να εξυφάνουν ένα δίκτυο ψευδολογιών, παρά να καταλάβουν μια χώρα μόνο και μόνο γιατί τα οικονομικά συμφέροντα κάποιων μονοπωλίων ζημιώθηκαν. Είναι δύσκολο να καταλάβεις μια χώρα που διεκδικεί το δικαίωμα να εξασκήσει την κυριαρχία της σε καιρούς όπου όλοι οι λαοί θέλουν να ακούγεται η φωνή και η ψήφος τους. Και δεν είναι εύκολο να αποκοιμίσεις την κοινή γνώμη της εν λόγω χώρας κι ολόκληρου του κόσμου. Χρειάζεται μια τεραστία προσπάθεια προπαγάνδας προκείμενου να προετοιμάσεις το έδαφος ώστε η παρέμβαση να φανεί λιγότερο αισχρή.
Αυτό ακριβώς έκαναν και με μας. Πρέπει πάντα και κάθε φορά που μας δίδεται η ευκαιρία να υπογραμμίζουμε ότι όλα ετοιμάζονται και γίνεται το παν για να υποδουλωθεί η Κούβα με οποιονδήποτε τρόπο και ότι δεν εξαρτάται παρά από μας να μη συμβεί αυτή η επίθεση. Αλλά εμείς πρέπει να δυναμώσουμε τη συνείδηση μας με τέτοιο τρόπο ώστε αν θελήσουν να μας επιτεθούν απ’ ευθείας με συμπατριώτες μας να ξέρουν πως θα το πληρώσουν τόσο ακριβά ώστε να μην τολμήσουν να το κάνουν. Ετοιμάζονται να συντρίψουν αυτή την Επανάσταση, πνίγοντας την στην ανάγκη και στο αίμα, αν χρειαστεί, μόνο και μόνο γιατί πήραμε το δρόμο της οικονομικής μας ελευθέριας, μα και γιατί δίνουμε το παράδειγμα των μέτρων που τείνουν στην απελευθέρωση της χώρας μας, προσπαθώντας να επιτύχουμε ώστε να συναντηθεί το επίπεδο της οικονομικής μας ελευθέριας με την σημερινή μας πολιτική ελευθέρια και ωριμότητα.
Πήραμε την πολιτική εξουσία και αρχίσαμε τον αγώνα για την απελευθέρωση μας μ’ αυτή την εξουσία γέρα στερεωμένη στα χέρια του λαού. Ο λαός δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί την κυριαρχία αν δεν υπάρχει μια εξουσία που να ανταποκρίνεται στα συμφέροντα και στις προσδοκίες του. Λαϊκή εξουσία δεν σημαίνει μονάχα το ότι τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου, η αστυνομία, τα δικαστήρια και όλα τα όργανα της κυβέρνησης πρέπει να βρίσκονται στα χέρια του λαού. Σημαίνει επίσης πως και τα όργανα της οικονομίας πρέπει κι αυτά να περάσουν στα χέρια του λαού. Η επαναστατική κυβέρνηση (ή η πολιτική κυριαρχία) είναι το όργανο για την οικονομική κατάκτηση προκείμενου να εδραιωθεί απόλυτα η εθνική κυριαρχία. Στην περίπτωση της Κούβας, αυτό σημαίνει ότι η επαναστατική κυβέρνηση είναι το όργανο που θα επιτρέψει στους Κουβανούς να κυβερνούν την Κούβα στην κυριολεξία, δηλαδή από την πολιτική μέχρι και την διαχείριση του πλούτου της γης μας και της βιομηχανίας μας. Δεν μπορούμε ακόμα να διακηρύξουμε πάνω από τους τάφους των μαρτύρων μας πως η Κούβα έγινε οικονομικά ανεξάρτητη. Και δεν μπορεί να γίνει, όσο ένα πολεμικό αγκυροβολημένο στις Ην. Πολιτείες, αρκεί για να παραλύσει ένα εργοστάσιο στην Κούβα, όσο μια οποιαδήποτε εντολή των μονοπωλίων αρκεί για να ακινητοποιήσει ένα κέντρο εργασίας. Η Κούβα θα είναι ανεξάρτητη όταν θα ’χει αξιοποιήσει όλες της τις δυνατότητες, όλον της τον φυσικό πλούτο και όταν θα έχει βεβαιωθεί, δια των εμπορικών συμφωνιών της με τον κόσμο ολόκληρο, ότι καμία μονόπλευρη ενέργεια μιας οποιασδήποτε δύναμης δεν μπορεί να την εμποδίσει να διατηρήσει τον ρυθμό της παραγωγής της, σε όλα της τα εργοστάσια και σ’ όλες της τις εξορμήσεις μέσα στα πλαίσια του προγραμματισμού που έχουμε θεμελιώσει. Μπορούμε μονάχα να πούμε ότι η πολιτική κυριαρχία, που είναι το πρώτο βήμα, καταχτήθηκε την ημέρα που η λαϊκή δύναμη θριάμβευσε, την ημέρα που η επανάσταση νίκησε, την 1η του Γενάρη του 1959.
Αυτή η ημερομηνία επαληθεύεται καθημερινά σαν το ξεκίνημα μιας εξαιρετικής χρονιάς στην ιστορία της Κούβας, καθώς επίσης και σαν το ορόσημο μιας καινούργιας εποχής. Έχουμε τη φιλοδοξία να πιστεύουμε πως δεν πρόκειται για ένα καινούργιο ορόσημο μόνο για την Κούβα, αλλά για ολόκληρη την Αμερική. Για την Κούβα, αυτή η 1η του Γενάρη είναι το τέλος της 26ης Ιουλίου 1953 και της 12ης Αυγούστου 1933, όπως της 24ης Φεβρουάριου 1895 ή της 10ης του Οκτώβρη του 1868.. Αλλά είναι ακόμα και για την Αμερικανική μια ένδοξη ημερομηνία. Μπορεί να είναι η προέκταση εκείνης της 25ης Μάιου 1809 όπου ο Μουρίλλο ξεσηκώθηκε στο Άνω Περού ή της 25ης Μάιου 1810 ημερομηνία της Συνέλευσης του Μπουένος Άιρες ή οποιασδήποτε άλλης ημερομηνίας που σημαδεύει το ξεκίνημα του αγώνα του αμερικανικού λαού για την πολιτική του ανεξαρτησία στον 20ο αιώνα.
Αυτή η 1η του Γενάρη που τόσα στοίχισε στο λαό της Κούβας συνοψίζει τους αγώνες πολλών Κουβανέζικων γενεών, μετά τη διαμόρφωση του έθνους, για την κυριαρχία, την πατρίδα, την ελευθέρια και την καθολική, οικονομική και πολιτική ανεξαρτησία της Κούβας. Δεν πρέπει πλέον να περιορίζουμε τη σημασία αυτής της ημερομηνίας σε ένα αιματηρό επεισόδιο, θεαματικό, ούτε καν αποφασιστικό, αλλά σε μια μόνη στιγμή στην ιστορία της Κούβας, γιατί η 1η του Γενάρη είναι η μέρα του θανάτου του δεσποτικού καθεστώτος του Φουλγκένσιο Μπατίστα, καθώς επίσης και η ημερομηνία που γεννήθηκε η πραγματική ελευθέρια πολιτικά ελεύθερη και κυρίαρχη και που υιοθετεί σαν ανώτατο νόμο της την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Αυτή η 1η Γενάρη αντιπροσωπεύει τον θρίαμβο όλων των προηγούμενων μαρτύρων μας, του Χοσέ Μαρτί Αντόνιο Μασέο, του Μαξίμο Γκομέθ, Καλίξτο Γκαρθία, Μονκάντα ή Χουάν Γκουαλμπέρτο Γκομέθ και τους προηγουμενους απ’ αυτούς Ναρσίζο Λόπεθ, Ιγνάθιο Αγκναμόντε και Κάρλος Μανουέλ ντε Σεσπέδες που τους ακολούθησε μια πλειάδα μαρτύρων για την ιστορία της δημοκρατίας μας, τους Μέλλα, τους Γκουιτέρας, τους Φρανκ Παϊς, τους Χοσέ Αντόνιο Ετσεβέρια και τους Καμίλο Σιενφουέγκος.
Ο Φιντέλ είχε απόλυτη συνείδηση, όπως πάντα, από τη στιγμή που δόθηκε ολοκληρωτικά στους αγώνες για το λαό του, για το μέγεθος και την επαναστατική άξια και την επισημότητα αυτής της ημερομηνίας που έκανε πραγματικότητα τον μαζικό ηρωισμό ενός ολόκληρου λαού: αυτού του θαυμαστού Κουβανέζικου λαού απ’ όπου βγήκε η ένδοξη Αντάρτικη Στρατιά, κληρονόμος του επαναστατικού Στράτου που ξεσηκώθηκε κατά της Ισπανίας. Γι’ αυτό αρέσει πάντα στον Φιντέλ να παραλληλίζει το εγχείρημα του εκείνο, που αντιμετώπισε με τη φούχτα των επιζώντων τη στιγμή της θρυλικής αποβίβασης στη Γκράνμα με τον ξεσηκωμό κατά της Ισπανίας. Τη στιγμή που άφηναν τη Γκράνμα εγκατέλειπαν όλες τους τις προσωπικές ελπίδες. Ο αγώνας άρχιζε. Ένας ολόκληρος λαός επρόκειτο να θριαμβέψει ή να καταστραφεί. Μα θριάμβεψε χάρις σ’ αυτή την πίστη και στον τόσο στενό σύνδεσμο ανάμεσα στον Φιντέλ και τον λαό του, που δεν δείλιασε ποτέ, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές των επιχειρήσεων, γιατί ήξερε πως ο αγώνας δεν περιοριζόταν μόνο στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα, αλλά σ’ ολόκληρη την Κούβα, όπου ένας άντρας ή μια γυναίκα σήκωναν τη σημαία της αξιοπρέπειας. Ο Φιντέλ ήξερε, όπως το μάθαμε όλοι μετά, πως ο αγώνας δεν διεξαγόταν σ’ ένα μέτωπο αλλά ότι παιζόταν η μοίρα όλου του λαού της Κούβας ακριβώς όπως συμβαίνει και με τον σημερινό μας αγώνα. Το υπογραμμίζει εξ αλλού κάθε στιγμή λέγοντας: «Ή θα σωθούμε όλοι ή θα χαθούμε όλοι». Την γνωρίζετε αυτή τη φράση. Έχουμε να υπερνικήσουμε πολλά εμπόδια, όσα και τις μέρες που ακολούθησαν την απόβαση στη Γκράνμα. Αλλά σήμερα οι αγωνιστές δεν είναι μονάδες ή δεκάδες, αλλά εκατομμύρια. Ολόκληρη η Κούβα έχει γίνει μια Σιέρα Μαεστρα για να δώσει την αποφασιστική μάχη της ελευθέριας για το μέλλον και για την τιμή της πατρίδας μας και της Αμερικής, γιατί δυστυχώς είναι και η μόνη ανάμεσα στις χώρες που είναι έτοιμη για τον αγώνα.
Η μάχη της Κούβας δεν είναι αποφασιστική σε σχέση με την Αμερική, με την έννοια πως αν η Κούβα χάσει τη μάχη δεν θα τη χάσει και η Αμερική. Αντίθετα, αν η Κούβα κερδίσει θα κερδίσει η Αμερική ολόκληρη. Αυτή είναι η σημασία του νησιού μας, γι’ αυτό θέλουν να καταστρέψουν αυτό το «κακό παράδειγμα» που δίνουμε. Στα 1956 ο στρατηγικός μας στόχος, ο γενικός στόχος δηλαδή του πόλεμου μας ήταν η ανατροπή της τυραννίας του Μπατίστα, η αποκατάσταση των αρχών της δημοκρατίας, της εξουσίας και της ανεξαρτησίας, που είχαν βιαστεί από τα ξένα μονοπώλια. Από τις 10 του Μάρτη η Κούβα δεν ήταν πια παρά ένας στρατώνας. Η 10η Μαρτίου δεν ήταν έργο ενός ανθρώπου, αλλά μιας κάστας, μιας ομάδας ανθρώπων, ενωμένων από ορισμένο αριθμό προνομιών, και που ο ένας απ’ αυτούς ο πιο φιλόδοξος και ο πλέον θρασύς, ο Φουλγκένσιο, ο 1ος της ιστορίας μας, ήταν ο αρχηγός τους. Αυτή η κάστα υπάκουσε στην αντιδραστική τάξη της χώρας μας, στους μεγαλοϊδιοκτήτες, στα παρασιτικά κεφαλαία, σε στενή συμμαχία με τους ξένους αποικιοκράτες. Ήταν αρκετοί, μια σειρά δειγμάτων εξαφανισθεντων ως δια μαγείας, οι σάπιοι πολιτικοί εκείνοι, που συντρίβανε τις απεργίες και οι πρίγκιπες του παιχνιδιού και της εκπόρνευσης. Την 1η του Γενάρη πέτυχε ο βασικός στρατηγικός στόχος της επανάστασης, η καταστροφή δηλαδή της τυραννίας που επί επτά χρόνια ρουφούσε το αίμα της Κούβας. Αλλά η επανάσταση μας, που είναι μια συνειδητή επανάσταση, γνωρίζει πως πολιτική κυριαρχία και οικονομική εξουσία είναι στενότατα συνδεδεμένα.
Η επανάσταση μας δεν θέλει να επαναλάβει τα σφάλματα που έγιναν στα 1930: Με το να δολοφονήσεις απλώς έναν άνθρωπο, χωρίς να αντιληφτείς ότι αυτός ο άνθρωπος εκπροσωπεί μια τάξη και ένα σύστημα και πως αν δεν καταστραφεί όλο αυτό το σύστημα οι εχθροί του λαού θα εφεύρουν έναν άλλον άνθρωπο. Η Επανάσταση λοιπόν, οφείλει να καταστρέψει από τις ρίζες το κακό που τσακίζει την Κούβα. Πρέπει να μιμηθούμε τον Μαρτί και να επαναλαβαινουν αδιάκοπα πως ριζοσπαστικός δεν σημαίνει άλλο τίποτα, παρά τούτο: αυτό που πάει στις ρίζες. Ο ριζοσπαστισμός δεν εφαρμόζεται αν δεν βλέπεις το βάθος των πραγμάτων κι αν δεν συνεργάζεσαι για την ευτυχία των ανθρώπων. Ο Φιντέλ του έδωσε έναν καινούριο ορισμό: «Αυτή η Επανάσταση προτίθεται να ξεριζώσει τις αδικίες από τη ρίζα», λέγοντας ακριβώς ότι εννοούσε και ο Μαρτί αλλά με αλλά λόγια. Μια και ο μεγάλος αντικειμενικός στόχος πέτυχε με την ανατροπή της τυραννίας και την αποκατάσταση της επαναστατικής εξουσίας γεννημένης από τον λαό, ο νέος στρατηγικός στόχος αυτής της εξουσίας, που το οπλισμένο της χέρι είναι από τώρα κι έπειτα ένα όπλο του λαού, θα γίνει η κατάκτηση της οικονομικής ανεξαρτησίας, η καθολική δηλαδή εθνική κυριαρχία. Χθες οι αντικειμενικοί στόχοι της τακτικής του αγώνα ήταν η Σιέρα, οι πεδιάδες, η Σάντα Κλάρα, το Παλάτι, τα κέντρα παραγωγής που έπρεπε να κατακτηθούν με μια κατά μέτωπο επίθεση ή με πολιορκία ή με παράνομη δράση.
Οι στόχοι της σημερινής μας τακτικής είναι ο θρίαμβος της Αγροτικής Μεταρρύθμισης, που θ’ αποτελέσει τη βάση της βιομηχανοποίησης της χώρας, η εξάπλωση του εξωτερικού εμπορίου, η ανύψωση του βιοτικού λαϊκού επιπέδου, προκείμενου να επιτύχουμε το μεγάλο στρατηγικό μας στόχο που είναι η απελευθέρωση της εθνικής μας οικονομίας. Το οικονομικό μέτωπο είναι σήμερα στο προσκήνιο του αγώνα, ακόμα και αν υπάρχουν κι αλλά, τεραστίας σημασίας προβλήματα, όπως της παιδείας παραδείγματος χάριν. Η παιδεία θα μας επιτρέψει να φτιάξουμε τεχνικούς που είναι αναγκαίοι γι’ αυτή τη μάχη. Αλλά και αυτό ακόμη επιβεβαιώνει πως το οικονομικό μέτωπο είναι το σημαντικότερο και ότι ο προορισμός της παιδείας θα είναι να προμηθεύει αγωνιστές γι’ αυτόν τον αγώνα στις καλύτερες δυνατές συνθήκες. Μπορώ να αποκαλέσω τον εαυτό μου στρατιωτικό, στρατιωτικό που βγήκε από το λαό, που πήρε το όπλο όπως τόσοι άλλοι υπακούοντας απλά σε ένα προσκλητήριο, που πραγματοποίησε το καθήκον που τη στιγμή που χρειάστηκε και που βρίσκεται σήμερα στο πόστο που ξέρετε. Δεν ισχυρίζομαι πως είμαι ένας οικονομολογος. Απλά, όπως όλοι οι επαναστάτες αγωνιστές βρίσκομαι σ’ αυτό το οχυρό που με τοποθετησαν και είμαι υποχρεωμενος να ανησυχω περισσότερο απ’ οποιονδήποτε για την τύχη της εθνικής οικονομίας από την οποία εξαρτάται η μοίρα της Επανάστασης. Αυτή η μάχη στο οικονομικό πεδίο είναι διαφορετική από κείνες που δώσαμε στη Σιέρα: Αυτή εδώ είναι μάχη θέσεων, όπου το απρόοπτο δεν δημιουργείται σχεδόν ποτέ, όπου οι δυνάμεις συγκεντρώνονται και όπου οι επιθέσεις προετοιμάζονται συστηματικά. Στην παρούσα περίπτωση οι νίκες είναι προϊόντα εργασίας, σταθερότητας και προγραμματισμού. Πρόκειται για έναν πόλεμο που απαιτεί τον συλλογικό ηρωισμό, την θυσία του συνόλου και που δεν κρατάει μόνο μια μέρα, ούτε μια βδομάδα, ούτε καν ένα μήνα. Είναι ένας μακρύς πόλεμος και θα γίνεται ακόμη μακρύτερος, όσο δεν μελετούμε όλα τα χαρακτηριστικά του εδάφους και δεν αναλύουμε στο βάθος τον εχθρό.
Αυτός ο πόλεμος γίνεται πλέον με πολλών λογιων όπλα: από την συνεισφορά του 4% του μισθού των εργαζόμενων για τη βιομηχανοποίηση, ως την εργασία στην κάθε κοοπερατίβα και στην αποκατάσταση άγνωστων μέχρι σήμερα κλάδων στην εθνική μας βιομηχανία, όπως είναι η χημεία, η βαριά χημεία ή η σιδηρουργία... Ο κύριος στρατηγικός μας στόχος, αυτό να το θυμόσαστε συνεχώς, είναι η κατάκτηση της εθνικής κυριαρχίας.
Για να κατακτήσουμε ένα πράγμα πρέπει να το πάρουμε από κάποιον. Να μιλάμε καθαρά και να μην κρυβόμαστε πίσω από λέξεις, που μπορούν να ερμηνευτούν λανθασμένα. Αυτό που πρέπει να κατακτήσουμε, την κυριαρχία της χώρας, πρέπει να το αφαιρέσουμε απ' αυτόν τον κάποιον που ονομάζεται μονοπώλιο. Αν και τα μονοπώλια δεν έχουν πατρίδα γενικώς, έχουν όμως ένα κοινό γνώρισμα: όλα τα μονοπώλια που βρέθηκαν στη Κούβα και που εκμεταλλεύτηκαν την κουβανέζικη γη είναι στενότατα συνδεδεμένα με τις Ην. Πολιτείες. Αυτό πάει να πει, πως ο οικονομικός μας πόλεμος θα δοθεί με την μεγάλη δύναμη του Βορρά και πως δεν είναι απλός πόλεμος. Ο δρόμος προς την ελευθέρια εξαρτάται από την νίκη κατά των αμερικανικών μονοπωλίων. Ο έλεγχος της οικονομίας μιας χώρας από μιαν άλλη μειώνει μοιραία την οικονομία της ελεγχόμενης χώρας.
Ο Φιντέλ, δήλωσε στις 24 Φεβρουάριου στην C. T. C. (Συνομοσπονδία Κουβανών Εργατών): πώς να φανταστούμε μια επανάσταση που θα περίμενε από επενδύσεις ξένου ιδιωτικού κεφαλαίου την λύση των προβλημάτων της; Πώς να διανοηθούμε, πως μια επανάσταση που διεκδικεί τα δικαιώματα των εργατών που ποδοπατηθηκαν επί χρόνια, θα αναμενει λυσεις από το ξενο κεφαλαίο που πηγαινει εκεί όπου έχει τα περισσότερα συμφέροντα και που επενδυει όχι στα είδη τα αναγκαία για τη χώρα, αλλά σε κεινα που του επιτρέπουν, τα περισσότερα κέρδη του κεφαλαίου;
Η Επανάσταση δεν θα μπορούσε, λοιπόν, να παρει αυτό το δρόμο της διεργασιας. Έπρεπε να βρει έναν άλλο. Έπρεπε να χτυπήσει το πιο εξοργιστικο απ’ όλα τα μονοπώλια, το της ιδιοκτησίας της γης, να το καταστρέψει, να το μεταβιβασει στα χέρια του λαού και ν’ αρχίσει μετά τον αληθινό αγώνα. Η μάχη στο επίπεδο της αγροτικής Μεταρρυθμίσεις δεν ολοκληρώθηκε, αυτό είναι γεγονός. Δίδεται τώρα και θα δοθεί στο μέλλον. Γιατί βέβαια τα μεγάλα μονοπώλια κατείχαν εδώ μεγάλες εκτάσεις γης, δεν ήσαν όμως και τα ισχυρότερα της περιοχής, όπως της χημικής βιομηχανίας, της μηχανικής βιομηχανίας και του πετρελαίου.
Έπρεπε πάντως ν’ αρχίσουμε από την αγροτική Μεταρρύθμιση. Οι μισοί πε